
Αν αύριο το παιδί σου ερχόταν και σου έλεγε ότι φοβάται να σου πει κάτι σημαντικό, τι θα σκεφτόσουν;
Ότι κινδυνεύει; Ότι κάποιος το απειλεί; Ότι κάποιος το πληγώνει;
Κι όμως. Υπάρχουν παιδιά που φοβούνται να μιλήσουν όχι επειδή κινδυνεύουν από έναν ξένο.
Αλλά επειδή φοβούνται την αντίδραση των ανθρώπων που αγαπούν περισσότερο.
Φοβούνται τους γονείς τους, τους φίλους τους, την οικογένειά τους.
Τους ανθρώπους που θα έπρεπε να αποτελούν το ασφαλές τους καταφύγιο.
Φαντάσου για μια στιγμή το δικό σου παιδί, να κάθεται απέναντί σου στο τραπέζι.
Να γελάει, να σου μιλάει για τη μέρα του, να σου λέει ότι σε αγαπά.
Και ταυτόχρονα, να κουβαλά μέσα του ένα φόβο που δεν τολμά να μοιραστεί.
Το φόβο ότι αν μάθεις ποιος πραγματικά είναι, ίσως το αγαπήσεις λιγότερο.
Αυτός ο φόβος σπάει τα παιδιά. Όχι απότομα.
Αθόρυβα, λίγο λίγο, κάθε φορά που κρύβουν μια σκέψη, που λένε ένα ψέμα για να προστατευτούν. Κάθε φορά που ακούνε ένα σχόλιο και σωπαίνουν, ή αναρωτιούνται αν η αγάπη που λαμβάνουν έχει όρους.
Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να αναρωτιέται αν αξίζει να αγαπηθεί.
Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να φοβάται ότι η αλήθεια του θα του κοστίσει την οικογένειά του.
Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να νιώθει μόνο του μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Κι όμως, για πολλούς LGBTQ+ νέους, αυτός ο φόβος είναι πραγματικός.
Και οι συνέπειές του είναι πραγματικές.
Άγχος. Κατάθλιψη. Αυτοτραυματισμοί. Αυτοκτονικές σκέψεις.
Όχι επειδή υπάρχει κάτι λάθος με αυτούς, αλλά επειδή κάποια στιγμή πείστηκαν ότι ίσως υπάρξει.
Υπάρχουν παιδιά που περνούν χρόνια προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι αξίζουν να αγαπηθούν. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια από όλες, ενώ θα έπρεπε να το γνωρίζουν και να το έχουν δεδομένο, από την πρώτη μέρα της ζωής τους.
Το Pride δεν είναι μόνο μια γιορτή, είναι μια υπενθύμιση.
Ότι η αγάπη δεν δοκιμάζεται όταν όλα είναι εύκολα.
Η αγάπη δοκιμάζεται όταν η αλήθεια του άλλου δεν είναι ίδια με τη δική μας.
Και τότε, έχουμε μια επιλογή, να κλείσουμε την πόρτα, ή να ανοίξουμε την αγκαλιά μας.
Ίσως το ερώτημα είναι γιατί, το 2026, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που φοβούνται να πουν ποιοι είναι.
Γιατί όσο υπάρχει έστω και ένα παιδί που πιστεύει ότι η αλήθεια του μπορεί να του στερήσει την αποδοχή, η συζήτηση δεν αφορά τις σημαίες.
Αφορά εμάς, αφορά την κοινωνία που χτίζουμε, αφορά το αν ένα παιδί θα νιώσει αρκετά ασφαλές ώστε να αφήσει τη μάσκα να πέσει.
Όταν ένα παιδί φοβάται περισσότερο την αλήθεια του από το ψέμα του, το πρόβλημα δεν είναι το παιδί.
Το πρόβλημα είναι ο κόσμος που το έμαθε να φοβάται.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, πίσω από κάθε ταμπέλα, κάθε διαφορετικότητα και κάθε συζήτηση, υπάρχει απλώς ένα παιδί που ελπίζει να ακούσει:
«Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να μου πεις και να με κάνει να σε αγαπήσω λιγότερο.»
Mαρίζα Παπαγαθαγγέλου, Ψυχολόγος.
Επιστ. Υπεύθυνη Κέντρου Ημέρας Παιδιού και Εφήβου








