
Μερικοί άνθρωποι αναζητούν βοήθεια από εμάς χωρίς να ξέρουν καν τι ακριβώς
ψάχνουν και τί έχει χαθεί, με μοναδική αίσθηση πως κάτι στην καθημερινότητά
τους έχει πλέον χαθεί. Βιώνουν απώλεια των στηριγμάτων τους, συνήθως τόσο
αθόρυβα που ούτε οι ίδιοι το είχαν αντιληφθεί
νωρίτερα. Δεν αναφερόμαστε απαραίτητα για δραματικές αλλαγές στη ζωή
τους, αντίθετα μερικές φορές περιγράφεται από τους ίδιους ως μια περίοδος
που κράτησε από αρκετά μέχρι πολύ και που άλλαξε τους ανθρώπους γύρω
τους, με αποτέλεσμα να νιώθουν πιο μόνοι από ότι αρχικά περίμεναν. Αυτή
η περιγραφόμενη “μοναξιά” δεν είναι πολλές φορές ορατή, γι’ αυτό και συχνά
περνά απαρατήρητη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η κοινωνική απομόνωση σπανίως εμφανίζεται ξαφνικά. Ξεκινά από μια έξοδο
που ακυρώνεται, ένα τηλέφωνο που αναβάλλεται και τελικά
δεν πραγματοποιείται ποτέ, κι έπειτα κάποια στιγμή ο άνθρωπος ψάχνει γύρω
του και αναρωτιέται πότε ο κόσμος του άδειασε. Το να ξαναπλησιάσεις
κάποιον συνάνθρωπο μετά από αυτό, είναι δυσκολότερο από όσο φαίνεται από
έξω, γιατί δεν είναι μόνο θέμα προσωπικής του θέλησης αλλά του
επιπέδου εμπιστοσύνης που έχει φθαρεί, και αυτή δεν
ξαναχτίζεται αναγκαστικά ούτε η θετική προδιάθεση αρκεί.
Στις δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης κλειστού τύπου, ένα από τα πιο
ουσιαστικά κομμάτια της καθημερινής ενασχόλησης με τους ενοίκους είναι η
σταδιακή επανασύνδεση των ενοίκων με την κοινότητα γύρω τους, στο στάδιο
της συμβίωσης αρχικά και της επαφής τοπική κοινότητα δευτερογενώς. Όχι
σαν καθολική υποχρέωση αλλά σαν μια διαδικασία που ξαναμαθαίνεται με τον
ρυθμό του κάθε ενοίκου εξατομικευμένα και αυτό γιατί ο ρυθμός της
επανασύνδεσης έχει σημασία. Ένας περίπατος στη γειτονιά με τον ένοικο της
διπλανής πόρτας, μια θεραπευτική εργασία ανέλαβε να φέρει εις
πέρας μόνος αλλά τελικά ζήτησε βοήθεια για να έχει παρέα, μια συναλλαγή σε
ένα μαγαζί που κάποτε φαινόταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Αυτές οι μικρές
επαφές με το μικρόκοσμο της δομής και με την ίδια την κοινότητα δεν είναι
ασκήσεις, είναι η ίδια η πραγματική ζωή, που ξαναρχίζει να παίρνει σχήμα και
μορφή. Και μέσω αυτής της διαδικασίας δημιουργούνται
συχνά κοινωνικοί δεσμοί, που κανείς δεν τους περίμενε αρχικά, με συν
ενοίκους και με συνανθρώπους που γίνονται σταθερά σημεία αναφοράς στην
καθημερινότητά τους.
Αυτές οι σχέσεις δεν τις προσχεδιάζει κανείς εκ των προτέρων, απλώς κάποια
στιγμή ο άνθρωπος με την σωστή και θεραπευτική
παρότρυνση ανακαλύπτει τι; ότι έχει δίπλα του ανθρώπους που τον ξέρουν και
τον περιμένουν, μέσα και έξω από τη δομή. Κάτι που ίσως είχε ξεχάσει ή δεν το
είχε ξανά. Το αίσθημα της οικογενειακής θαλπωρής.
Μία δεύτερη οικογένεια που δεν αντικαθιστά την πρώτη ,αλλά συχνά λειτουργεί
ως γέφυρα αποκατάστασης και ελπίδας. Μέσα από την κοινότητα και
την αυτοφροντίδα ,η δομή γίνεται κάτι περισσότερο από ένας χώρος φιλοξενίας,
γίνεται τόπος σχέσεων, αποδοχής και προσωπικής αναγέννησης. Και ίσως
τελικά, αυτό να είναι και η ουσία της ψυχικής υγείας, δηλαδή να νιώθει κανείς ότι
δεν είναι μόνος.
Συντάκτρια :Τσαμούρη Παναγιώτα









